Η 11η Φεβρουαρίου του 1985 είναι μία από τις δύσκολες ημέρες όχι μόνο του Παγκόσμιου, αλλά και του Ελληνικού ποδοσφαίρου, καθώς εκείνη την ημέρα πεθαίνει σε ηλικία 82 ετών ο Μάρτον Μπούκοβι. Ο άνθρωπος που αναγέννησε τον Ολυμπιακό στα μέσα της δεκαετίας του ‘60, οδηγώντας τον Πειραϊκό σύλλογο στην κατάκτηση των δύο πρώτων επαγγελματικών πρωταθλημάτων της ιστορίας του. Το www.sportaction.gr ξετυλίγει το κουβάρι της ζωής αυτού του μεγάλου ηγέτη, ο οποίος δεν δίστασε να καινοτομήσει, δημιουργώντας μία ολόκληρη σχολή.
Τα πρώτα του βήματα
Ο Μάρτον Μπούκοβι γεννήθηκε στις 10 Δεκεμβρίου του 1903 και από την αρχή τον κέρδισε ο αθλητισμός και συγκεκριμένα το ποδόσφαιρο. Μπορεί στην καριέρα του ως παίκτης να μην δημιούργησε το όνομα θρύλος, ωστόσο η προπονητική του καριέρα έμελλε να αφήσει το όνομά του ανεξίτηλα χαραγμένο στην ιστορία του Παγκόσμιου Ποδοσφαίρου. Η πρώτη του «οικογένεια» ήταν η Φερεντσβάρος, πριν μεταπηδήσει στην Σέτε, ενώ πρόλαβε να χριστεί διεθνής με τα χρώματα της εθνικής Ουγγαρίας.
Η αρχή της προπονητικής του καριέρας

Το 1935 ο Μάρτον Μπούκοβι αποφασίζει να ασχοληθεί με την προπονητική αναλαμβάνοντας την τεχνική ηγεσία της Γκραντάνσκι Ζάγκρεμπ, με την οποία κατέκτησε δύο πρωταθλήματα Γιουγκοσλαβίας και δύο πρωταθλήματα Κροατίας. Μετά το 2ο παγκόσμιο πόλεμο, η Γκραντάνσκι συγχωνεύθηκε με άλλες δύο ομάδες και από την κίνηση αυτή προέκυψε η γνωστή ως τις ημέρες μας, Ντιναμό Ζάγκρεμπ. Το 1947 ο Μπούκοβι αποδέχθηκε την πρόταση της ΜΤΚ Βουδαπέστης. Το 1949, όταν η Ουγγαρία πέρασε σε κομμουνιστικό καθεστώς, η ΜΤΚ έγινε η επίσημη ομάδα της μυστικής Αστυνομίας και μετονομάστηκε σε ΣΤ Τεξτίλ. Ακολούθησαν άλλες δύο αλλαγές ονομασίας (Μπάστια και Βόρος Λομπογκό) πριν να επιστρέψει στην αρχική της ονομασία. Παρά τα γεγονότα, η δεκαετία του ‘50 ήταν επιτυχημένη για την ομάδα, που είχε στις τάξεις της μεγάλα ονόματα όπως αυτά των Πέτερ Παλοτάϊ, Νάντορ Χιντεγκούτι, Γιόζεφ Ζακαριάς και Μιχάλι Λάντος, τους οποίους ο Μπούκοβι οδήγησε σε τρία πρωταθλήματα Ουγγαρίας και ένα Κύπελλο.
The Mighty Magyars
Στις αρχές της δεκαετίας του ’50 στο ευρωπαϊκό στερέωμα άρχισε να δημιουργείται μία από τις κορυφαίες εθνικές ομάδες όλων των εποχών. Η εθνική Ουγγαρίας, η οποία ευτύχησε εκείνη την εποχή να έχει τρείς κυριολεκτικά ριζοσπαστικούς προπονητές. Τον Μπέλα Γκούτμαν, ο οποίος πέρασε το 1967 ανεπιτυχώς από τον Παναθηναϊκό, παρ’ ότι ως τεχνικός είχε κατακτήσει τίτλους σε πέντε διαφορετικές χώρες. Τον Γκούσταβ Σέμπες, ο οποίος πέτυχε τον τεράστιο θρίαμβο τον Νοέμβριο του 1953 στο Γουέμπλεϊ, υποχρεώνοντας την εντός έδρας αήττητη από το 1871 εθνική Αγγλίας σε βαριά ήττα με 6-3 (λίγους μήνες αργότερα την συνέτριψε εκ νέου με 7-1 αυτή τη φορά στην Βουδαπέστη). Και τον Μάρτον Μπούκοβι.
Το νέο σύστημα που άλλαξε το ποδόσφαιρο
Μπορεί ο Γκούτμαν να έχτισε τη μεγάλη Μπενφίκα του 1961-1962 και ο Σέμπες να έκανε θαύματα με την Εθνική Ουγγαρίας, αλλά ο Μπούκοβι ήταν αυτός που επινόησε ουσιαστικά ένα νέο σύστημα που άφησε εποχή. Το 4-2-4. Ένα σύστημα με το οποίο έκανε θαύματα με την ΜΤΚ, αλλά και με την εθνική Ουγγαρίας από το 1956 όταν και διαδέχτηκε τον Σέμπες στον πάγκο. Η μεγαλύτερη επιτυχία του Μπούκοβι στην τεχνική ηγεσία του αντιπροσωπευτικού συγκροτήματος της χώρας του δεν είναι άλλη από την τεράστια νίκη με 0-1 επί της Σοβιετικής Ένωσης, μέσα στο στάδιο «Λένιν». Ήταν η πρώτη φορά που η Σοβιετική Ένωση υπέστη εντός έδρας ήττα.
Οι συγκυρίες που τον οδήγησαν στην Ελλάδα
Υπάρχουν φορές που όλο το σύμπαν συνωμοτεί για να συμβεί κάτι που μπορεί να αλλάξει την ιστορία. Κάπως έτσι συνωμότησαν «μυστικές δυνάμεις» αλλά και μυστικές υπηρεσίες για να καταλήξει το 1965 στον πάγκο του Ολυμπιακού ο μεγαλύτερος προπονητής που ήρθε στον Πειραϊκό σύλλογο. Ο Μάρτον Μπούκοβι. Η εξέγερση του 1956 και η επέμβαση των Σοβιετικών τανκ ουσιαστικά έβαλαν τέλος στη μεγάλη σχολή της Ουγγαρίας. Παίκτες και προπονητές προσπάθησαν με κάθε τρόπο να φύγουν από τη χώρα, με τις Χόνβεντ και ΜΤΚ να ξεκινούν ευρωπαϊκές περιοδείες για απομακρυνθούν από τις συγκρούσεις. Την ίδια ώρα ο Φέρεντς Πούσκας μετακόμισε στην Ρεάλ Μαδρίτης, ο Σάντορ Κότσις μεταπήδησε στην Μπαρτσελόνα, ενώ και αρκετοί προπονητές αναζήτησαν μία καλύτερη τύχη στο εξωτερικό. Οι φήμες της εποχής λένε ότι τον Μπούκοβι τον έστειλε στον Ολυμπιακό ένα εξέχον στέλεχος του Κομουνιστικού Κόμματος της Ουγγαρίας και η επαφή έγινε με αφορμή έναν αγώνα με τη Φερεντσβάρος. Όπως λέγεται μάλιστα, ο γενικός αρχηγός της ομάδας τότε, Άρης Χρυσαφόπουλος συνάντησε στο ξενοδοχείο έναν γνωστό του από το Νταχάου, όπου είχε φυλακιστεί κατά τη διάρκεια του Πολέμου. Ο γνωστός του αυτός, είχε ανέβει πολύ ψηλά στην ιεραρχία του Κ.Κ. και ο Έλληνας παράγοντας, έμπορος στο επάγγελμα και δεξί χέρι του κ. Ευγενίδη και αργότερα του Ωνάση δεν έχασε την ευκαιρία. «Τι καλό έχεις για μένα;» φέρεται να του είπε. Η απάντηση ήρθε λίγο καιρό αργότερα, όταν οι Μπούκοβι και Γιούτσος έπαιρναν το δρόμο για την Ελλάδα.
