Σίγουρα δεν ήταν αναμενόμενο και με εξέπληξε, αλλά τώρα που το σκέπτομαι πιο ψύχραιμα, μπορώ να ανακαλύψω την λογική του βάση. Το σκεπτικό εννοώ, για το ντου του Γιώργου Βαρδινογιάννη στο τηλεοπτικό μπουθ του ΟΑΚΑ.
Όχι δηλαδή ότι δικαιολογώ την πράξη, πού σίγουρα είναι αδικαιολόγητη, αλλά πιστεύω ότι ακόμα και αυτού του είδους οι πράξεις, έχουν κάποιο σκεπτικό, ένα υπόβαθρο λογικής, ανάλογα βέβαια με την ψυχολογική υποδομή του καθενός.
Ο καπετάν Γιώργης λοιπόν (όπως τον λέγαμε εμείς οι παλιοί, από την εποχή πού κυριαρχούσε στο ελληνικό ποδόσφαιρο) έχει ένα σκεπτικό, μία δική του «λογική», ένα κίνητρο αν θέλετε, πού τον ώθησε σ’ αυτό το ανεκδιήγητο μπουκάρισμα, ύστερα από είκοσι πέντε και, χρόνια παθητικού παραγοντισμού.
Ποιο ήταν αυτό το κίνητρο; Πιστεύω, η επιθυμία του να αποδείξει, τώρα που ο Παναθηναϊκός είναι ακέφαλος, άρα και «ευκολοδιάβατος», να αποδείξει ότι εξακολουθεί να υπάρχει. Ότι δεν γέρασε, ότι δεν έχει αποστρατευτεί.
Το ξαφνικό και αιφνιδιαστικό ξέσπασμά του, με την έντονη και βίαιη συμπεριφορά που εκδηλώθηκε, περιείχε στοιχεία προμελέτης. Κάποιος τον ενημέρωσε, εκτός γηπέδου φυσικά, για την κριτική του συγκεκριμένου τηλεπεριγραφέα.
Που σημαίνει, ότι ο ίδιος είχε πει σε κάποιον να τον ενημερώνει για ό,τι ακούγεται και λέγεται κατά την περιγραφή. Επομένως, είχε ένα σκοπό, ο πρώην πρόεδρος του Παναθηναϊκού, δεν επρόκειτο για ένα τυχαίο ξέσπασμα.
«Μπορώ ακόμα» ήθελε να πει
Πιστεύω ότι θέλησε έτσι να φανεί πως όχι μόνο μπορεί να αναπληρώσει το κενό του Πατέρα, αλλά ότι είναι σε θέση να κάνει αυτή τη «δουλειά» ακόμα καλύτερα και δυναμικότερα.
Πόσο, άσχημα, αλήθεια, θα αισθανόταν τόσο καιρό, ζώντας τον περσινό «θρίαμβο» του Νίκου Πατέρα, πού πήρε ένα νταμπλ μετά από τόσα χρόνια. Αυτή ακριβώς η αίσθηση, ότι βρέθηκε κάποιος που τον είχε ξεπεράσει, θα πρέπει να τον βασάνιζε καιρό τώρα.
Και η ακυβερνησία, η διοικητική αναταραχή, το κενό εξουσίας που υπάρχει αυτή τη στιγμή στην ομάδα του, ξύπνησαν μέσα του τον ξεχασμένο «πιστολέρο», τον «Ρίγκο» εκείνων των εποχών.
Ο καπετάνιος, κέρδισε το χειροκρότημα της εξέδρας. Εκείνων δηλαδή των τριάντα εφοδιασμένων με προσκλήσεις, που βρίσκονταν εκείνη την ώρα στα επίσημα του ΟΑΚΑ. Σ’ αυτούς ακριβώς ήθελε να δείξει ο καπετάν Γιώργης ότι ΥΠΑΡΧΕΙ, ότι ακόμα ΜΠΟΡΕΙ.
Πόσα χρόνια, αλήθεια, είχε να πρωταγωνιστήσει στο γήπεδο, να κλέψει την παράσταση; Βρήκε την ευκαιρία, και δεν την άφησε να πάει χαμένη.
Δεν με ξενίζει ούτε ο τρόπος πού φέρθηκε στον δημοσιογράφο. Ο Γιώργος Βαρδινογιάννης, ειδικότερα για τον δημοσιογραφικό χώρο, είναι ο άνθρωπος πού θέλει πάντα να του λένε «ναι»! Το «όχι», δεν το σηκώνει, δεν το ανέχεται.
Ετσι έχει μάθει, τόσα χρόνια, αυτός είναι ο χαρακτήρας του. Θυμάμαι, κάποτε, έναν δημοσιογράφο, όνομα τότε κυρίως στα τηλεοπτικά μέσα, πού ήταν έτοιμος, ανά πάσαν στιγμή, να συμφωνήσει με τον «καπετάνιο». Ηταν αδύνατον να διαφωνήσει, σε ό,τιδήποτε, ακόμα και στην παραμικρή λεπτομέρεια.
Τότε μάλιστα, είχε βγει στη δημοσιογραφική πιάτσα και ένα περιστατικό, πού ποτέ δεν έμαθα αν ήταν όντως αληθινό, ή απλά μία υπερβολή, αλλά ήταν πολύ χαρακτηριστικό. Κάποτε λοιπόν, λέγανε, ο Βαρδινογιάννης ρώτησε τον εν λόγω δημοσιογράφο, τι ώρα είναι. Και εκείνος απάντησε: «Ο,τι ώρα πεις εσύ, πρόεδρε»!
Ο Γιώργος Βαρδινογιάννης, δεν έχει ούτε το ακαταλόγιστο, ούτε απολαμβάνει κάποιας μορφής ασυλία. Απλά, εκμεταλλεύεται τις παθογένειες του συστήματος, την ανικανότητα των θεσμικών οργάνων. Αν αντ’ αυτού, είχε εισβάλει στα δημοσιογραφικά μπουθ ένας οποιοσδήποτε ανώνυμος φίλαθλος και είχε τολμήσει να διακόψει την τηλεοπτική μετάδοση, μπορείτε να φανταστείτε πού θα βρίσκονταν τώρα που μιλάμε.
Λέτε να… κοκκίνισε από ντροπή;
Τότε θα είχαν ενεργοποιηθεί όλα τα θεσμικά όργανα, θα είχαν ευαισθητοποιηθεί οι αρμόδιοι, θα είχαν ξεσηκωθεί οι πολιτικοί και ποδοσφαιρικοί άρχοντες. Με τον Βαρδινογιάννη, όμως, τα πράγματα είναι αλλιώς. Κανείς δεν τολμάει να κινήσει τις διαδικασίες πού προβλέπονται. Κανείς δεν τολμάει έστω και να τον επιπλήξει.
Ακόμα και οι ανακοινώσεις, αυτών πού θίχθηκαν πιο ουσιαστικά, όπως η ΝΟΒΑ και η Σούπερ Λίγκα, αντέδρασαν με επιδερμικές ανακοινώσεις. Δεν μπορώ με τίποτα να πιστέψω ότι ο Γιώργος Βαρδινογιάννης τις διάβασε και… κοκκίνισε από ντροπή. Το πιο πιθανό είναι, όπως τον φαντάζομαι, να τράβηξε μερικά μπινελίκια και να πέταξε τα χαρτιά στον σκουπιδοφάγο του γραφείου του. Στην καλύτερη περίπτωση, αυτό.
Και για να είμαστε πιο ρεαλιστές. Μόνο μία είναι η ποινή που θα προβλημάτιζε πραγματικά και αποτελεσματικά τον καπετάνιο. Να βάλουν ένα γερό πρόστιμο στον Παναθηναϊκό. Να αναγκάσουν δηλαδή την ομάδα του να ΠΛΗΡΩΣΕΙ και να πονέσει οικονομικά από την ποινή. Δεν είναι και λίγο, εδώ που τα λέμε, να διακόπτεις στον αέρα μία μετάδοση που παρακολουθούν μερικά εκατομμύρια φίλαθλοι σ’ όλη τη χώρα.
Κανονικά, αντί για «καυστικές ανακοινώσεις» θα έπρεπε να υπάρχουν καυστικές… ρήτρες. Αυτές είναι, παραδοσιακά, οι μόνες συνέπειες που υπολογίζουν οι Βαρδινογιάννηδες. Να βλέπαμε, αν θα ξανατολμούσε ο «καπετάνιος» να θυμηθεί τον ξεχασμένο μέσα του «Ρίγκο».
Μανώλης ΓαβαθιώτηςΌχι δηλαδή ότι δικαιολογώ την πράξη, πού σίγουρα είναι αδικαιολόγητη, αλλά πιστεύω ότι ακόμα και αυτού του είδους οι πράξεις, έχουν κάποιο σκεπτικό, ένα υπόβαθρο λογικής, ανάλογα βέβαια με την ψυχολογική υποδομή του καθενός.
Ο καπετάν Γιώργης λοιπόν (όπως τον λέγαμε εμείς οι παλιοί, από την εποχή πού κυριαρχούσε στο ελληνικό ποδόσφαιρο) έχει ένα σκεπτικό, μία δική του «λογική», ένα κίνητρο αν θέλετε, πού τον ώθησε σ’ αυτό το ανεκδιήγητο μπουκάρισμα, ύστερα από είκοσι πέντε και, χρόνια παθητικού παραγοντισμού.
Ποιο ήταν αυτό το κίνητρο; Πιστεύω, η επιθυμία του να αποδείξει, τώρα που ο Παναθηναϊκός είναι ακέφαλος, άρα και «ευκολοδιάβατος», να αποδείξει ότι εξακολουθεί να υπάρχει. Ότι δεν γέρασε, ότι δεν έχει αποστρατευτεί.
Το ξαφνικό και αιφνιδιαστικό ξέσπασμά του, με την έντονη και βίαιη συμπεριφορά που εκδηλώθηκε, περιείχε στοιχεία προμελέτης. Κάποιος τον ενημέρωσε, εκτός γηπέδου φυσικά, για την κριτική του συγκεκριμένου τηλεπεριγραφέα.
Που σημαίνει, ότι ο ίδιος είχε πει σε κάποιον να τον ενημερώνει για ό,τι ακούγεται και λέγεται κατά την περιγραφή. Επομένως, είχε ένα σκοπό, ο πρώην πρόεδρος του Παναθηναϊκού, δεν επρόκειτο για ένα τυχαίο ξέσπασμα.
«Μπορώ ακόμα» ήθελε να πει
Πιστεύω ότι θέλησε έτσι να φανεί πως όχι μόνο μπορεί να αναπληρώσει το κενό του Πατέρα, αλλά ότι είναι σε θέση να κάνει αυτή τη «δουλειά» ακόμα καλύτερα και δυναμικότερα.
Πόσο, άσχημα, αλήθεια, θα αισθανόταν τόσο καιρό, ζώντας τον περσινό «θρίαμβο» του Νίκου Πατέρα, πού πήρε ένα νταμπλ μετά από τόσα χρόνια. Αυτή ακριβώς η αίσθηση, ότι βρέθηκε κάποιος που τον είχε ξεπεράσει, θα πρέπει να τον βασάνιζε καιρό τώρα.
Και η ακυβερνησία, η διοικητική αναταραχή, το κενό εξουσίας που υπάρχει αυτή τη στιγμή στην ομάδα του, ξύπνησαν μέσα του τον ξεχασμένο «πιστολέρο», τον «Ρίγκο» εκείνων των εποχών.
Ο καπετάνιος, κέρδισε το χειροκρότημα της εξέδρας. Εκείνων δηλαδή των τριάντα εφοδιασμένων με προσκλήσεις, που βρίσκονταν εκείνη την ώρα στα επίσημα του ΟΑΚΑ. Σ’ αυτούς ακριβώς ήθελε να δείξει ο καπετάν Γιώργης ότι ΥΠΑΡΧΕΙ, ότι ακόμα ΜΠΟΡΕΙ.
Πόσα χρόνια, αλήθεια, είχε να πρωταγωνιστήσει στο γήπεδο, να κλέψει την παράσταση; Βρήκε την ευκαιρία, και δεν την άφησε να πάει χαμένη.
Δεν με ξενίζει ούτε ο τρόπος πού φέρθηκε στον δημοσιογράφο. Ο Γιώργος Βαρδινογιάννης, ειδικότερα για τον δημοσιογραφικό χώρο, είναι ο άνθρωπος πού θέλει πάντα να του λένε «ναι»! Το «όχι», δεν το σηκώνει, δεν το ανέχεται.
Ετσι έχει μάθει, τόσα χρόνια, αυτός είναι ο χαρακτήρας του. Θυμάμαι, κάποτε, έναν δημοσιογράφο, όνομα τότε κυρίως στα τηλεοπτικά μέσα, πού ήταν έτοιμος, ανά πάσαν στιγμή, να συμφωνήσει με τον «καπετάνιο». Ηταν αδύνατον να διαφωνήσει, σε ό,τιδήποτε, ακόμα και στην παραμικρή λεπτομέρεια.
Τότε μάλιστα, είχε βγει στη δημοσιογραφική πιάτσα και ένα περιστατικό, πού ποτέ δεν έμαθα αν ήταν όντως αληθινό, ή απλά μία υπερβολή, αλλά ήταν πολύ χαρακτηριστικό. Κάποτε λοιπόν, λέγανε, ο Βαρδινογιάννης ρώτησε τον εν λόγω δημοσιογράφο, τι ώρα είναι. Και εκείνος απάντησε: «Ο,τι ώρα πεις εσύ, πρόεδρε»!
Ο Γιώργος Βαρδινογιάννης, δεν έχει ούτε το ακαταλόγιστο, ούτε απολαμβάνει κάποιας μορφής ασυλία. Απλά, εκμεταλλεύεται τις παθογένειες του συστήματος, την ανικανότητα των θεσμικών οργάνων. Αν αντ’ αυτού, είχε εισβάλει στα δημοσιογραφικά μπουθ ένας οποιοσδήποτε ανώνυμος φίλαθλος και είχε τολμήσει να διακόψει την τηλεοπτική μετάδοση, μπορείτε να φανταστείτε πού θα βρίσκονταν τώρα που μιλάμε.
Λέτε να… κοκκίνισε από ντροπή;
Τότε θα είχαν ενεργοποιηθεί όλα τα θεσμικά όργανα, θα είχαν ευαισθητοποιηθεί οι αρμόδιοι, θα είχαν ξεσηκωθεί οι πολιτικοί και ποδοσφαιρικοί άρχοντες. Με τον Βαρδινογιάννη, όμως, τα πράγματα είναι αλλιώς. Κανείς δεν τολμάει να κινήσει τις διαδικασίες πού προβλέπονται. Κανείς δεν τολμάει έστω και να τον επιπλήξει.
Ακόμα και οι ανακοινώσεις, αυτών πού θίχθηκαν πιο ουσιαστικά, όπως η ΝΟΒΑ και η Σούπερ Λίγκα, αντέδρασαν με επιδερμικές ανακοινώσεις. Δεν μπορώ με τίποτα να πιστέψω ότι ο Γιώργος Βαρδινογιάννης τις διάβασε και… κοκκίνισε από ντροπή. Το πιο πιθανό είναι, όπως τον φαντάζομαι, να τράβηξε μερικά μπινελίκια και να πέταξε τα χαρτιά στον σκουπιδοφάγο του γραφείου του. Στην καλύτερη περίπτωση, αυτό.
Και για να είμαστε πιο ρεαλιστές. Μόνο μία είναι η ποινή που θα προβλημάτιζε πραγματικά και αποτελεσματικά τον καπετάνιο. Να βάλουν ένα γερό πρόστιμο στον Παναθηναϊκό. Να αναγκάσουν δηλαδή την ομάδα του να ΠΛΗΡΩΣΕΙ και να πονέσει οικονομικά από την ποινή. Δεν είναι και λίγο, εδώ που τα λέμε, να διακόπτεις στον αέρα μία μετάδοση που παρακολουθούν μερικά εκατομμύρια φίλαθλοι σ’ όλη τη χώρα.
Κανονικά, αντί για «καυστικές ανακοινώσεις» θα έπρεπε να υπάρχουν καυστικές… ρήτρες. Αυτές είναι, παραδοσιακά, οι μόνες συνέπειες που υπολογίζουν οι Βαρδινογιάννηδες. Να βλέπαμε, αν θα ξανατολμούσε ο «καπετάνιος» να θυμηθεί τον ξεχασμένο μέσα του «Ρίγκο».
http://www.katimagiko.gr
Δευτέρα, Ιανουαρίου 17, 2011
Red Hunter

Posted in:








0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου